σφαλερόνηκτος

σφαλερόνηκτος
σφαλερό-νηκτος, gefährlich zum Schwimmen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σφαλερόνηκτος — ον, Α επικίνδυνος κατά την κολύμβηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < σφαλερός + νηκτός (< νήχω «κολυμπώ»)] …   Dictionary of Greek

  • σφαλερόνηκτοι — σφαλερόνηκτος dangerous to swim masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”